Lookup cumulative lexical entry: تَبِعَ

  1. ἀκολουθέω
    • ἀκολουθέω (verb) Arist. An. post.
    • ἀκολουθέω (verb) Arist. Cael.
      εἰ μὲν ταῦτα ἀλλήλοις ἀκολουθεῖ ... Arist. Cael. I 12, 282a30 = wa-iḏā kāna hāḏā ʿalā hāḏā fa-hāḏāni l-šayʾāni yatbaʿu aḥaduhumā l-āḫara ... versio A 90b10
    • ἀκολουθέω (verb) Arist. Cael.
      ἀκολουθοῦσιν ἄρα ἀλλήλοις τὸ γενητὸν καὶ τὸ φθαρτόν Arist. Cael. I 12, 282b23 = wa-iḏā kāna hāḏā hākaḏā fa-qadi ttaḍaḥa anna l-šayʾa l-kāʾina wa-l-šayʾa l-fāsida yatbaʿu aḥaduhumā l-āḫara versio A 93a3
    • ἀκολουθέω (verb) Arist. Cael.
      ἀνάγκη καὶ τὰ ΕΗ ἀκολουθεῖν ἀλλήλοις Arist. Cael. I 12, 282b29 = wa-iḏā kāna hāḏā ʿalā hāḏā kāna mā ʿalayhi ʿalāmatu H wa-mā ʿalayhi ʿalāmatu Ḥ yatbaʿu aḥaduhumā l-āḫara versio A 94a3
    • ἀκολουθέω (verb) Arist. Cael.
    • ἀκολουθέω (verb) Arist. Cael.
    • ἀκολουθέω (verb) Arist. Cael.
    • ἀκολουθέω (verb) Arist. Cael.
    • ἀκολουθέω (verb) Arist. Cael.
    • ἀκολουθέω (verb) Arist. Cael.
    • ἀκολουθέω (verb) Arist. Cael.
    • ἀκολουθέω (verb) Arist. Cael.
    • ἀκολουθέω (verb) Arist. Cael.
    • ἀκολουθέω (verb) Arist. Cael.
    • ἀκολουθέω (verb) Arist. Cael.
    • ἀκολουθέω (verb) Arist. Cael.
    • ἀκολουθέω (verb) Arist. Cael.
    • ἀκολουθέω (verb) Arist. Cael.
    • ἀκολουθέω (verb) Arist. Cael.
    • ἀκολουθέω (verb) Arist. Cael.
    • ἀκολουθέω (verb) Arist. Cael.
    • ἀκολουθέω (verb) Arist. Cael.
    • ἀκολουθέω (verb) Arist. Cael.
    • ἀκολουθέω (verb) Arist. Cael.
    • ἀκολουθέω (verb) Arist. Cael.
    • ἀκολουθέω (verb) Arist. Cael.
    • ἀκολουθέω (verb) Arist. Eth. Nic.
      κατὰ γὰρ τὰς τούτων διαφορὰς ἀκολουθοῦσιν αἱ ἕξεις Arist. Eth. Nic. II 1, 1103b23 = فإنّه على حسب اختلاف الأفعال يكون ما يتبعها من الحالات 157.17
    • ἀκολουθέω (verb) Arist. Eth. Nic.
      τῇ φιλήσει δὲ ταῦτ' ἀκολουθεῖ Arist. Eth. Nic. IX 5, 1166b34 = وهذه الأشياء تتبع المحبّةَ 499.16
    • ἀκολουθέω (verb) Arist. Hist. anim.
      καὶ ὅτι πολλοὶ (sc. γῦπες) ἐξαίφνης φαίνονται ἀκολουθοῦντες τοῖς στρατεύμασιν Arist. Hist. anim. VI 5, 563a10 = wa-annahū yaẓharu raḫamun kaṯīrun baġtatan yatbaʿu l-ʿasākira 255.1
    • ἀκολουθέω (verb) Arist. Int.
      λείπεται τοίνυν τὸ οὐκ ἀναγκαῖον μὴ εἶναι ἀκολουθεῖν τῷ δυνατὸν εἶναι Arist. Int. 13, 22b22 = fa-qad baqiya iḏan an yakūna llaḏī yatbaʿu qawlanā mumkinun an yūǧada innamā huwa qawlunā laysa wāǧiban allā yūǧada 127.1 / fol. 189b
    • ἀκολουθέω Arist. Int.
      εἴ τε γὰρ μὴ ἕπεται, ἡ ἀντίφασις ἀκολουθήσει Arist. Int. 13, 22b30 = fa-innahū in lam yakun yalzamuhū fa-naqīḍuhū yatbaʿuhū 127.19 / fol. 189b
    • ἀκολουθέω (verb) Arist. Int.
      ἀκολουθοῦσι δ' αὗται, τῇ μὲν πᾶς ἐστὶν ἄνθρωπος οὐ δίκαιος ἡ οὐδείς ἐστιν ἄνθρωπος δίκαιος Arist. Int. 10, 20a20 = فأمّا التي تلزم وتتبع فهي هذه أمّا قولنا كلّ إنسان يوجد لا عدلاً فإنّه يلزمه قولنا ولا إنسان واحد يوجد عدلاً 117.2 / fol. 185b (lā ʿadlan nos : ʿadlan Badawī)
    • ἀκολουθέω (verb) Arist. Phys.
      τῷ δὲ φερομένῳ ἀκολουθεῖ τὸ νῦν, ὥσπερ ὁ χρόνος τῇ κινήσει Arist. Phys. IV 11, 219b23 = wa-l-ānu yatbaʿu l-muntaqila ka-mā yatbaʿu l-zamānu l-ḥarakata 422.4
    • ἀκολουθέω (verb) Arist. Phys.
      διὰ τὸ ἀκολουθεῖν ἀεὶ θατέρῳ θάτερον αὐτῶν Arist. Phys. IV 11, 219a19 = لأنّه يتبع أبداً كلّ واحد منهما صاحبه 418.13
    • ἀκολουθέω (verb) Arist. Phys.
      ἀκολουθεῖ γάρ, ὡς ἐλέχθη, τῷ ... μεγέθει ἡ κίνησις Arist. Phys. IV 11, 219b15 = فإنّه يتبع كما قيل المقدارَ الحركةُ 421.7
    • ἀκολουθέω (verb) Arist. Rhet.
      ἀμφοτέρους δ’ ὤνησαν, καὶ τοὺς ὑπομείναντας καὶ τοὺς ἀκολουθήσαντας Arist. Rhet. III 9, 1410a2 (cit. Isocrates Panegyricus 35.7) = la-qad nafaʿūhum ǧamīʿani llaḏīna ṣabarū wa-llaḏīna tabiʿū 196.20
    • ἀκολουθέω (verb) Artem. Onirocr.
      καὶ τῶν νῦν τινες ἀκολουθοῦντες τῇ παλαιᾷ γνώμῃ Artem. Onirocr. 68.24 = wa-fī zamāninā qawmun yatbaʿūna ḏālika l-raʾya 127.6
    • ἀκολουθέω (verb) Artem. Onirocr.
      ὅθεν προθέμενος ἐν ἅπαντι τῷ λόγῳ οὐ τῷ πιθανῷ τῶν λεγομένων ἀκολουθεῖν ἀλλὰ τῇ πείρᾳ Artem. Onirocr. 190.10 = wa-ḏālika annahū lā yanbaġī li-l-insāni an yatbaʿa kulla mā qīla lahū mina l-kalāmi wa-in kāna fīhi ḍarbun mina l-iqnāʿi lākin an (an supplevimus) yatbaʿa mā ẓahara bi-l-miḥnati 345.3-4
    • ἀκολουθέω (verb) Artem. Onirocr.
      ἐπειδὴ καὶ παῖδες τοῖς μαινομένοις ἀκολουθοῦσι Artem. Onirocr. 222.13 = wa-ḏālika anna l-maǧānīna yatbaʿuhumu l-ṣibyānu 407.13
    • ἀκολουθέω (verb) Galen Anat. admin.
      ἀκολουθεῖν σε τοίνυν αὐτοῦ προσήκει ταῖς κεφαλαῖς ταύταις κάτω φερομέναις Galen Anat. admin. II, 275.3 = فينبغي لك أن تتبع رأسيهما هاذين في ممرّهما إلى أسفل 66.21
    • ἀκολουθέω (verb) Galen Anat. admin.
      ὀφθήσεται γάρ σοι ἥ τε κάτω γένυς (γένυς Garofalo : γένος Kühn) ἀκολουθοῦσα καὶ κλειόμενον τὸ στόμα Galen Anat. admin. II, 442.5 = فإنّك ترى اللحى الأسفل يتبع وينطبق الفم 236.11
    • ἀκολουθέω (verb) Galen Anat. admin.
      ἠκολουθήσαμεν δ' ἡμεῖς ὡς ἄμεινον τιθεμένοις ... Galen Anat. admin. II, 600.2 = وأمّا نحن فإنّا تبعنا وامتثلنا مذهب القوم الذين يسمّون الخ 418.14
    • ἀκολουθέω (verb) Galen In De off. med.
      καὶ ἡμεῖς αὐτοῖς (scil. τοῖς πρὸ ἡμῶν) ἀκολουθήσαμεν Galen In De off. med. 876.8 = fa-qad raʾaytu an atbaʿahum (scil. man taqaddamanā) wa-qtadiya bihim 52.11
    • ἀκολουθέω (verb) Galen Med. phil.
      οὐχ οἷόν τε μίαν ἡντινοῦν λαβόντι μὴ οὐχὶ καὶ τὰς ἄλλας ἁπάσας (sc. ἀρετάς) εὐθὺς ἀκολουθούσας ἔχειν Galen Med. phil. 7.14 = wa-lā yumkinu aḥadan an yastafīda faḍīlatan wāḥidatan mina l-faḍāʾili wa-lā yatbaʿuhā sāʾiru l-faḍāʾili l-bāqiyati ḍarūratan 118
    • ἀκολουθέω (verb) Ps.-Arist. Virt.
      ἀκολουθεῖ δὲ τῇ ἀκολασίᾳ ἀταξία Ps.-Arist. Virt. 6, 1251a21 = wa-yatbaʿu l-šabaqa l-ḫabalu (sic leg. pro al-ḥaylu ed.) versio T 61.10
    • ἀκολουθέω (verb) Ps.-Arist. Virt.
      ἀκολουθεῖ δὲ τῇ ἀδικίᾳ συκοφαντία Ps.-Arist. Virt. 7, 1251b2 = wa-yatbaʿu l-iṯma l-ẓalmu versio T 60.5
    • ἀκολουθέω (verb) Ps.-Arist. Virt.
      ἀκολουθεῖ δὲ τῇ ἀνελευθερίᾳ μικρολογία ... μισανθρωπία Ps.-Arist. Virt. 7, 1251b14 = wa-yatbaʿu ʿadama l-ḥurriyyati l-ġayyu ... wa-tabaġġuḍu l-nāsi versio T 60.18
    • ἀκολουθέω (verb) Ptol. Hypoth.
      ποιησόμεθα δὲ τὴν ἔκθεσιν ... ἐπὶ ... τῶν κατὰ μέρος ἀκόλουθον ταῖς πολλαχῆ γεγενημέναις ἡμῖν ἀπὸ τῆς ... παρατηρήσεως διορθώσεσιν Ptol. Hypoth. 72.8 = wa-ammā mā naḍaʿuhū mina l-ašyāʾi l-ǧuzʾiyyati fa-innā natbaʿu fīhi mā tabayyana (tabayyana Morelon : nubayyinu cod.) lanā mina l-arṣādi (mina l-arṣādi Morelon : bi-l-arṣādi LH : rṣād B) ... allatī raṣadnāhā fī mawāḍiʿa kaṯīratin 17.9 Morelon
    • ἀκολουθέω (verb) Them. In De an.
      νῦν δὲ ἀκολουθοῦντες Ἀριστοτέλει Them. In de an. 49.36 = fa-ammā fī hāḏā l-mawḍiʿi fa-innā natbaʿu Arisṭūṭālīs 68.2
    • ἀκολουθέω (verb) Them. In De an.
      τούτοις ἀκολουθεῖ τὰ νοητὰ εἴδη τίθεσθαι ἐν τοῖς εἴδεσι τοῖς αἰσθητοῖς Them. In de an. 115.36 = fa-qad yatbaʿu hāḏihī an tūḍaʿa l-ṣuwaru l-maʿqūlatu fī l-ṣuwari l-maḥsūsati 212.1
    • ἀκολουθέω (verb) Them. In De an.
      πολλὰ γὰρ καὶ ἄνθρωποι ταῖς φαντασίαις ἀκολουθοῦσι Them. In de an. 118.29 = fa-innā naǧidu l-nāsa anfusahum qad yatbaʿūna fī ašyāʾa kaṯīratin taḫayyulahum 218.13
    • ἀκολουθέω (verb) Theophrastus De principiis ἀκολουθείη
      εἰ (εἰ ωCA, Arab. : τί Usener) γὰρ αὐτοῖς οὖσιν ἀκολουθεῖ (οὖσιν ἀκολουθεῖ P Arab. : οὖσιν ἀκολουθείη JΛCLA : οὐ συνακολουθεῖ Ross) ἡ τῶν ἄλλων Theophr. Princ. 8a2 (v. Gutas app. crit. ad loc) = فإنّه وإن كان يتبع وجودَه وجودُ سائر الأشياء 194.9 (v. Gutas app. crit. ad loc)
    • ἀκολουθέω (verb) Theophrastus De principiis ἀκολουθείη
      εἰ (εἰ ωCA, Arab. : τί Usener) γὰρ αὐτοῖς οὖσιν ἀκολουθεῖ (οὖσιν ἀκολουθεῖ P Arab. : οὖσιν ἀκολουθείη JΛCLA : οὐ συνακολουθεῖ Ross) ἡ τῶν ἄλλων Theophr. Princ. 8a2 (v. Gutas app. crit. ad loc) = فإنّه وإن كان يتبع وجودَه وجودُ سائر الأشياء 194.9 (v. Gutas app. crit. ad loc)
    • ἀκολουθέω (verb) Galen Nat. fac.
      Ἀριστοτέλης ... ἠκολούθησε δ’ ὕστερον αὐτῷ καὶ ὁ ἀπὸ τῆς στοᾶς χορός Galen Nat. fac. II, 8.6 = Arisṭūṭālīs wa-tabiʿahū fī-mā baʿdu aṣḥābu l-miẓallati WGAÜ Suppl. II, 565.24
  2. ἀκόλουθος
    • ἀκόλουθος (adj.) Arist. Hist. anim. τὸ ἀκόλουθον τοῖς προβάτοις = al-ǧinsu llaḏī tabiʿa l-ġanama
    • ἀκόλουθος (adj.) Arist. Hist. anim.
      διαφέρει ... τὸ δ' ἀκόλουθον (scil. γένος) τοῖς προβάτοις τῷ μεγέθει Arist. Hist. anim. IX 1, 608a30 = فأمّا الجنس الذي يتبع الغنمَ فبينه وبين غيره اختلاف بالعظم 372.13
    • ἀκόλουθος (adj.) Galen An. virt.
      σαφῶς οὐ μόνον τὰ ἤθη ταῖς τῆς χώρας κράσεσιν ἀκόλουθά φησιν ὑπάρχειν Galen An. virt. 62.18 = قد قال قولاً يبيّن أنّه ليس الأخلاق فقط تتبع أمزاجَ البلد 31.16
  3. ἀνάγκη
  4. γίγνομαι
    • γίγνομαι Artem. Onirocr.
      μετὰ γὰρ τοὺς μεγάλους χειμῶνας ταχέως (ταχέως V Arab. : om. L Pack) εὐδία γίνεται Artem. Onirocr. 109.6 = wa-ḏālika annahū iḏā kāna miṯla hāḏā l-hawāʾi fa-innahū yatbaʿuhu l-ṣaḥwu sarīʿan 201.10
    • γίγνομαι (verb) Hippocr. Aer. γίγνομαι c. ἀπό (to emerge from, to follow s.th.) = tabiʿa c. acc. r.
      περὶ δὲ τῶν λοιπῶν ὑδάτων βούλομαι διηγήσασθαι ... καὶ ὁκόσα ἀφ' ὕδατος κακὰ εἰκὸς γίγνεσθαι καὶ ὅσα ἀγαθά Hippocr. Aer. 34.18 = إنّي قائل في المياه أيضاً ... وكلّ ما يتبع المياهَ من المنفعة والمضرّة versio A 47.4, sim. versio B 47.11
  5. εἰμί
    • εἰμί (verb) Arist. Rhet. εἰμί c. dat. pers. (to arise, follow for s.o.)
      καὶ οἷς ἂν τἀγαθὰ συμπράττωσιν, ἐὰν μὴ μέλλῃ αὐτοῖς ἔσεσθαι μείζω κακά (where the translator possibly read ἕπεσθαι instead of ἔσεσθαι, relating αὐτοῖς to τἀγαθὰ) Arist. Rhet. II 4, 1381b24 = والذين يفعلون بهم الخيرات إن لم يكن يتبع ذلك شرّ هو أعظم أو أفظع 95.6
    • εἰμί (verb) Artem. Onirocr. εἰμί c. ἐκ et dat. pers. (to arise/follow from s.th. for s.o.) = tabiʿa c. min et acc. pers.
      γραμματεύειν δὲ δοκεῖν ἀλλοτρίων καὶ οὐδὲν προσηκόντων σημαίνει φροντίσαι πραγμάτων, ἐξ ὧν κάματος μὲν πολὺς τῷ ἰδόντι (πολὺς τῷ ἰδόντι V, Arab. : τῷ ἰδόντι καὶ πόνος L, ed.) ἔσται Artem. Onirocr. 151.26 = فأمّا إن رأى الانسان كأنّه كاتب فإنّ الرؤيا تدلّ على أنّه سيهتمّ بأمور غيره لا بأمور نفسه ويتبعه من ذلك تعب كثير 274.17
  6. ἑξῆς
    • ἑξῆς (adv.) Nicom. Arithm.
      οἱ δὲ ἐφεξῆς τούτοις πέντε τὸν πέμπτον καὶ οἱ ἑξῆς ἓξ τὸν ἕκτον Nicom. Arithm. 119.18 = والخمسة التي بعدها المكعّب الخامس والستّة التي يتبعها المكعّب السادس 93.11
  7. ἐπάγω
    • ἐπάγω Artem. Onirocr.
      τῶν γραμμάτων ... τὰ μὲν φωνήεντα φόβους καὶ ἀπραξίας (ἀπραξίας Arab. : ταραχὰς LV, Pack) σημαίνει, τὰ δὲ ἡμίφωνα ἀπραξίας μὲν οὐχί φόβους δὲ ἐπάγει Artem. Onirocr. 218.13 = al-aḥrufu ... inna ḏawāti l-ṣawti tadullu ʿalā ḫawfin wa-biṭālatin wa-llatī fīhā niṣfu ṣawtin fa-innahā tadullu ʿalā biṭālatin ġayra annahū lā yatbaʿuhā ḫawfun 398.5
    • ἐπάγω (verb) Artem. Onirocr.
      φόβους γὰρ μεγάλους (μεγάλους non vert. Ar.) καὶ κινδύνους ἐπάγει (scil. τὸ ὄναρ) Artem. Onirocr. 193.18 = وذلك أنّه يتبع هذه الرؤيا فزعٌ وشدّةٌ لمن رآها 350.11
  8. ἐπαίσθημα
  9. ἐπακολουθέω
    • ἐπακολουθέω (verb) Artem. Onirocr.
      ὁ κεραυνὸς ... μὴ ὅλον τὸ σῶμα ἢ μὴ τοιοῦτό τι κατάλαβοι, ἐξ οὗ εἰκὸς θάνατον ἐπακολουθεῖν (ἐπακολουθεῖν L : παρακολουθεῖν V) τῷ κεκεραυνωμένῳ Artem. Onirocr. 113.18 = الصاعقة ... لم تصب البدن كله أو لم تصب عضواً يتبعه موت 208.7
  10. ἔπειτα
    • ἔπειτα (adv.) Arist. Hist. anim.
      ὑστερογενεῖς δ’ αἱ ἐπὶ τῆς ἥβης (sc. τρίχες) πρῶτον, ἔπειτα δ’ αἱ ἐπὶ τῆς μασχάλης, τρίται δ’ αἱ ἐπὶ τοῦ γενείου Arist. Hist. anim. III 11, 518a22 = wa-ammā mā yanbutu minhu aḫīran fa-šaʿaru l-ʿānati yanbutu awwalan ṯumma yatbaʿuhū šaʿaru (šaʿaru supplevimus) l-ibṭayni wa-baʿda ḏālika šaʿaru l-liḥyati 125.20
  11. ἐπί
    • ἐπί (prep.) Ps.-Plut. Placita
      τὸ ἐπαίσθημα, ὅθεν (ὅθεν ABC, Arab. : ὅπερ vulg., ed.) ἐστὶ τὸ ἐνέργημα Ps.-Plut. Placita 394a11 = mā yatbaʿu l-ḥawāssa llaḏī bihī yakūnu l-fiʿlu 53.9
  12. ἐπιγίγνομαι
    • ἐπιγίγνομαι (verb) Arist. Eth. Nic.
      σημεῖον δὲ δεῖ ποιεῖσθαι τῶν ἕξεων τὴν ἐπιγινομένην ἡδονὴν ἢ λύπην τοῖς ἔργοις Arist. Eth. Nic. II 2, 1104b4 = وينبغي أن نجعل دلالتنا على الحالات ما يتبع الأفعالَ من اللذّة والأذى 161.9
    • ἐπιγίγνομαι (verb) Hippocr. Aer.
      καὶ λειεντερίαι καὶ ὕδρωπες τελευτῶσι τοῖσι νοσεύμασιν ἐπιγίγνονται Hippocr. Aer. 50.17 = qad yatbaʿu ayḍan hāḏihi l-asqāma stirḫāʾu l-baṭni fa-yusammā liyanṭariyā wa-l-māʾu l-aṣfaru versio A 105.6, sim. versio B 105.15
    • ἐπιγίγνομαι (verb) Hippocr. Progn.
      καὶ γὰρ φλεγμοναὶ ἐπιγίγνονται τούτοισι καὶ αἱμορραγίαι Hippocr. Progn. 226.5 = wa-ḏālika annahū qad tatbaʿu ḏālika awrāmun wa-nbiʿāṯu l-dami 229.4
    • ἐπιγίγνομαι (verb) Porph. Isag.
      καὶ τὸ μὲν εἶδος προϋφέστηκεν τοῦ ἰδίου, τὸ δὲ ἴδιον ἐπιγίνεται τῷ εἴδει Porph. Isag. 20.19 = والنوع يتقدّم وجوده وجودَ الخاصّة والخاصّة يتبع وجودها وجودَ النوع 1101.11 / fol. 156a
  13. ἐπιλανθάνομαι
  14. ἐπίλυπος
    • ἐπίλυπος (adj.) Artem. Onirocr.
      ἐγὼ δὲ ἐτήρησα τὰ μὲν λεπτὰ ... νομίσματα δυσθυμιῶν αἴτια καὶ λόγων ἐπιλύπων Artem. Onirocr. 186.16 = فأمّا أنا فقد علمت أنّ الفلوس تدلّ على حزن وضيقة وكلام يتبعه غمّ 338.5
  15. ἐπισύνδεσις
    • ἐπισύνδεσις (noun) Ps.-Plut. Placita
      οἱ Στωικοὶ εἱρμὸν αἰτιῶν, τουτέστι τάξιν καὶ ἐπισύνδεσιν ἀπαράβατον Ps.-Plut. Placita 324a2-3 = وأمّا الرواقيون فإنّهم يقولون إنّه نظام العلل أعني ترتيبها وما يتبع ترتيبها 23.4
  16. ἕπομαι
    • ἕπομαι (verb) Arist. An. post. εἴπερ ἕποιντο = in kāna...yatbaʿu
    • ἕπομαι (verb) Arist. Eth. Nic.
      ποτέροις χρεὼν ἕπεσθαι Arist. Eth. Nic. IX 8, 1168b11 = ayyuhumā yanbaġī an yutbaʿa 511.1
    • ἕπομαι (verb) Arist. Eth. Nic.
      ὅλως οἷς ἕπεται ἡδονὴ ἢ λύπη Arist. Eth. Nic. II 4, 1105b23 = وبالجملة كلّ ما كان يتبعه لذّة أو أذى 167.15
    • ἕπομαι (verb) Arist. Eth. Nic.
      οὐκ ἄδηλον δ' ὅτι τῇ μὲν δόσει ἕπεται τὸ εὖ ποιεῖν καὶ τὸ καλὰ πράττειν Arist. Eth. Nic. IV 1, 1120a14 = وممّا لا يخفى أنّ الإحسان والمعروف يتبعان الإعطاء 239.4
    • ἕπομαι (verb) Arist. Eth. Nic.
      ἕπεται γὰρ τῇ ἐπιεικεῖ δόσει ἡ τοιαύτη λῆψις Arist. Eth. Nic. IV 2, 1120b32 = وذلك أنّ العطية الفاضلة يتبعها مثل هذا الأخذ 243.3
    • ἕπομαι (verb) Arist. Eth. Nic.
      ταύταις γὰρ ἕπονται αἱ ἡδοναί Arist. Eth. Nic. X 5, 1176a26 = فإنّه بيّن أنّ اللذّات تتبع الأفعال 553.4
    • ἕπομαι (verb) Arist. Gener. anim.
      ἕπεται (ἕπεται Arab. : λείπεται ed.) δὴ τὸν νοῦν μόνον θύραθεν ἐπεισιέναι καὶ θεῖον εἶναι μόνον Arist. Gener. anim. II 3, 736b27 = wa-yatbaʿu qawlanā an naqūla inna (inna supplevimus) al-ʿaqla faqaṭ yadḫulu min ḫāriǧin wa-innahū waḥdahū ilāhiyyun 63.22
    • ἕπομαι (verb) Arist. Int.
      φανερὸν δὴ ὅτι οὐχ οὕτως, ἀλλ᾿ αἱ ἐναντίαι ἕπονται, αἱ δ᾿ ἀντιφάσεις χωρίς Arist. Int. 13, 22a39 = fa-innahū mina l-bayyini annahū laysat hāḏihī ḥāluhū li-anna llaḏī yatbaʿu fīhi innamā huwa l-aḍdādu fa-ammā l-munāqaḍatu fa-ʿalā ḥiyālihā 126.8 / fol. 189a4
    • ἕπομαι (verb) Arist. Top.
      οὐκ ἂν ἕποιτο τὸ μῖσος ὀργῇ Arist. Top. II 7, 113b3 = fa-laysa tatbaʿu (sic leg.) l-biġḍatu l-ġayẓa 542.10 / fol. 261a
    • ἕπομαι Artem. Onirocr.
      ἕπεται δὲ τούτοις... Artem. Onirocr. 6.13 = ...ويتبع ما قلنا أن 13.10
    • ἕπομαι (verb) Artem. Onirocr.
      ἀγαθόν, μάλιστα ἑπόμενον ὑποζυγίῳ Artem. Onirocr. 83.11 = فإنّ ذلك خير وبخاصة لمن كان يتبع الفدّان 153.8
    • ἕπομαι (verb) Artem. Onirocr.
      ἕπεται δὲ τῷ λόγῳ ... Artem. Onirocr. 147.18 = ...ويتبع هذا القولَ أن 266.7
    • ἕπομαι (verb) Galen An. virt.
      ταῖς κράσεσι ... ἕπεται ... τὸ λογιστικόν Galen An. virt. 79.1 = الذي يتبع المزاجَ في الجزء الفكري من أجزاء النفس 43.1
    • ἕπομαι (verb) Galen An. virt.
      μὴ μόνον τὰ ἤθη ταῖς τῶν ὡρῶν κράσεσιν ἀλλὰ καὶ τὴν ἀμβλύτητα τῆς διανοίας ὥσπερ οὖν καὶ τὴν σύνεσιν ἑπομένην Galen An. virt. 62.6 = ليس الأخلاق فقط تتبع أمزاج الزمان بل كلال الفكر والفهم تابعان لها 31.6-7
    • ἕπομαι (verb) Galen An. virt.
      τῇ δὲ τῆς ψυχῆς οὐσίᾳ τὰς δυνάμεις αὐτῆς δεικνύναι ἑπομένας Galen An. virt. 37.25 = وقد أوضحنا أنّ قوى النفس تابعة لجوهرها 14.1
    • ἕπομαι (verb) Galen An. virt.
      τὰ τῆς ψυχῆς εἴδη τε καὶ μέρη τὰς δυνάμεις ἑπομένας ἕξει τῇ κράσει Galen An. virt. 38.3 = الانواع والاجزاء التي للنفس لها قوى تابعة للمزاج 14.3
    • ἕπομαι (verb) Galen An. virt.
      ἤτοι κρᾶσιν ... ἢ δύναμιν ἑπομένην τῇ κράσει Galen An. virt. 44.19 = إمّا مزاج وإمّا قوّة تابعة للمزاج 18.22
    • ἕπομαι (verb) Galen Anat. admin.
      καί σοι ταῖς ἄνωθεν ἰσὶν ἑπομένῳ κατ' εὐθυωρίαν ... φανεῖται Galen Anat. admin. II, 277.7 = وإذا أنت تبعت الليف من فوق على استقامة رأيت أنّ الخ 70.1
    • ἕπομαι (verb) Galen Med. phil.
      σύμπασαι γὰρ ἀλλήλαις ἕπονται (sc. αἱ ἀρεταί) Galen Med. phil. 7.13 = wa-ḏālika annahā (sc. al-faḍāʾila) kullahā yatbaʿu baʿḍuhā baʿḍan 117
    • ἕπομαι (verb) Hippocr. Aer.
      τὰ ὕδατα ... τὰ ἀπὸ χιόνος καὶ κρυστάλλου καὶ τὰ τούτοισιν ἑπόμενα Hippocr. Aer. 44.2 = المياه التي من الثلوج والجليد وكل ما تبع ذلك versio A 81.1, versio B 81.8
    • ἕπομαι (verb) Porph. Isag.
      καὶ ἡ μὲν διαφορὰ ἕπεται ἐκείνοις, ὧν ἦν διαφορά, οὐ μὴν καὶ (καὶ om. M Boeth., fort. Arab.) ἀντιστρέφει Porph. Isag. 19.14 = wa-l-faṣlu yatbaʿu abadan tilka l-ašyāʾa llatī huwa lahā faṣlun illā annahū lā yanʿakisu 1099.4 / fol. 155b
  17. ἔχω
  18. κατακολουθέω
    • κατακολουθέω (verb) Theophrastus De principiis
      οὔτε γὰρ τὸ βέλτιον οὔτε τὸ τινὸς χάριν, ἀλλ' εἴ περ, ἀνάγκῃ τινὶ κατακολουθεῖν Theophr. Princ. 11b16 = فإنّ هذه لم يُقصد بها الأمرُ الأفضل ولا جُعلت من أجل شيء لكنّه لزمت وتبعت إماماً ضروريّاً 222.5
  19. μετά
    • μετά (prep.) Artem. Onirocr.
      μετὰ γὰρ τοὺς μεγάλους χειμῶνας ταχέως (ταχέως V Arab. : om. L Pack) εὐδία γίνεται Artem. Onirocr. 109.6 = wa-ḏālika annahū iḏā kāna miṯla hāḏā l-hawāʾi fa-innahū yatbaʿuhu l-ṣaḥwu sarīʿan 201.10
  20. μεταγενής
    • μεταγενής (adj. comp.) Nicom. Arithm. μεταγενέστερος (of later origin)
      μεταγενέστεροι τῶν πολλαπλασίων οἱ ἐπιμόριοι Nicom. Arithm. 53.16 = فتكون الزايدة جزأً قد تبعت الاضعافَ وتليها 47.22
  21. παρακειμένως
    • παρακειμένως (adv.) Ps.-Plut. Placita παρακειμένως (scil. ἐστί) c. dat. r.
      παρακειμένως δὲ τῷ περὶ θεῶν λόγῳ τὸν περὶ δαιμόνων καὶ ἡρώων ἱστορητέον Ps.-Plut. Placita 307a6 = وقد يتبع القولَ في الاله القولُ في الذين يسمّون ذامونس والذين يسمّون ايروس 15.21
  22. παρακολουθέω
    • παρακολουθέω (verb) Arist. Cael.
    • παρακολουθέω (verb) Arist. Eth. Nic.
      εἰ δὲ προγίνεται δόξα τῆς προαιρέσεως ἢ παρακολουθεῖ, οὐδὲν διαφέρει Arist. Eth. Nic. III 4, 1112a11 = فأمّا أنّ الرأي يتقدّم الاختيار أو يتبعه فليس في ذلك اختلاف 197.15
    • παρακολουθέω (verb) Arist. Gener. anim.
      ἀεὶ γὰρ τοῖς ἐκτικτομένοις ἐπιρραίνουσι παρακολουθοῦντες (sc. οἱ ἄρρενες) Arist. Gener. anim. III 5, 756a27 = li-anna l-ḏakara abadan yatbaʿu l-bayḍa wa-yanḍiḥu ʿalayhi l-zarʿa 115.8
    • παρακολουθέω (verb) Arist. Phys.
      ἐκεῖνο δ’ ἀνάγκη παρακολουθεῖν (καὶ add. codd., ed. : om. Arab.) τῷ ὄντι ἐν χρόνῳ εἶναί τινα (τινα non vert. Arab.) χρόνον ὅτε κἀκεῖνο ἔστιν Arist. Phys. IV 12, 221a24 = fa-ammā l-ḍarūriyyu fa-huwa annahū yatbaʿu abadan wuǧūda l-šayʾi fī zamānin wuǧūdu zamānin matā kāna ḏālika mawǧūdan 450.3
    • παρακολουθέω (verb) Ps.-Arist. Virt.
      παρακολουθεῖ δὲ τῇ ἀφροσύνῃ ἀπειρία Ps.-Arist. Virt. 6, 1251a1 = ويتبع هذه القوةَ عدمُ التأدب والتخرج versio T 62.12
    • παρακολουθέω (verb) Ps.-Arist. Virt.
      ἤτοι μέρος οὖσα δικαιοσύνη (δικαιοσύνη Arab. : δικαιοσύνης codd. : τῆς δικαιοσύνης L, Susemihl) ἢ παρακολουθοῦσα Ps.-Arist. Virt. 5, 1250b22 = والعدالة هي صناعة أو تابعة لصناعة versio T 63.12
  23. πείθομαι
    • πείθομαι (verb) Artem. Onirocr.
      τὰ πρόβατα ... πείθεσθαι τῷ ποιμένι Artem. Onirocr. 119.8 = al-ġanamu ... tuwātī (sic ed. et non tuʾātī) wa-tatbaʿu rāʿiyahā 217.13
  24. πρόσειμι
    • πρόσειμι (verb) Artem. Onirocr.
      λέοντα ἰδεῖν ἥμερον ... καὶ προσιόντα ἀβλαβῶς Artem. Onirocr. 122.1 = إن رأى الانسان أسداً مستأنساً ... يتبعه بلا مضرّة 222.6
  25. συμβάλλω
    • συμβάλλω (verb) Hippocr. Aer.
      νῦν δὲ καὶ ἡ φύσις ξυμβάλλεται τῷ νόμῳ Hippocr. Aer. 58.12 = مع أنّ الطبيعة الآن قد تبعت السنّة 127.6
  26. συνακολουθέω
    • συνακολουθέω (verb) Arist. Gener. anim.
      δεῖται λόγου πρὸς τὸ συνακολουθεῖν ἀεὶ ταῦτ’ ἀλλήλοις Arist. Gener. anim. IV 1, 764b24 = fa-inna hāḏā l-qawla ... yaḥtāǧu ilā ǧawābin li-anna l-aʿḍāʾa tatbaʿu baʿḍuhā baʿḍan abadan 136.19
    • συνακολουθέω (verb) Theophrastus De principiis
      συνακολουθεῖ δὲ καὶ τὰ μετὰ τὰς ἀρχάς Theophr. Princ. 7a3 = ويتبع ذلك ويلزمه ما بعد المبادئ 190.2
  27. συνεδρεύω
    • συνεδρεύω (verb) Ps.-Plut. Placita
      τετελεκὼς τοίνυν τὸν περὶ ἀρχῶν καὶ στοιχείων καὶ τῶν συνεδρευόντων αὐτοῖς λόγον Ps.-Plut. Placita 327a3 = lammā atmamtu l-qawla fī l-mabādiʾi wa-l-usṭuqussāti wa-mā yatbaʿuhā 24.9
    • συνεδρεύω (verb) Rufus Ict.
      πᾶσι τοῖς ἰκτερικοῖς ... κνησμός τε συνεδρεύει Rufus Ict. Fr. 1 Daremberg-Ruelle 382.4 (Ullmann Gelbsucht p. 20) = wa-tatbaʿu l-ǧamīʿa (sc. ǧamīʿa anwāʿi l-yaraqāni) ḥikkatun Ullmann Gelbsucht § 10
  28. συνέπομαι
    • συνέπομαι (verb) Galen Anat. admin.
      ᾗ (scil. τῇ ἐμφύσει) συνεπόμενος ἀνατέμνων τε τὸν ὑπερκείμενον αὐτῷ μῦν Galen Anat. admin. II, 295.8 = وإذا أنت تبعت هذا الاتّصال وشرحت العضلة التي فوقه 88.6
  29. υἱός
    • υἱός (noun) Artem. Onirocr.
      Δεῖμος καὶ Φόβος Ἄρεος υἱοί Artem. Onirocr. 175.26 = ديمنس أيضاً وفوبس الذين يقال إنّهما تبعي ارس 316.8
    • ὑιός (noun) Artem. Onirocr.
      Φόβος καὶ Δεῖμος, οὓς ἔνιοι Ἄρεως υἱεῖς λέγουσιν Artem. Onirocr. 158.8 = فوبس وديمنس الذين يقول بعض الناس إنّهما أتباع ارس 287.1
  30. φέρω
    • φέρω (verb) Artem. Onirocr.
      κόρεις ... ὡς δὲ ἐπὶ τὸ πλεῖστον πρὸς γυναῖκας ἀηδίας καὶ δυσαρεστήσεις φέρουσι Artem. Onirocr. 208.2 = فإنّ الفسافس تدلّ على همّ يكون ... أكثرَ ذلك بسبب النساء ويتبع ذلك الهمَّ حزنٌ وضيقُ النفس 375.14
The database query could not be executed.
authenticated as Guest