Lookup cumulative lexical entry: اضعاف

  1. διπλασιασμός
    • διπλασιασμός (noun) Erat. Cub. dupl.
      καὶ ἐκαλεῖτο τὸ τοιοῦτον πρόβλημα κύβου διπλασιασμός Erat. Cub. dupl. 88.16 = wa-kānū yusammūna hāḏā l-bāba bāba iḍʿāfi l-mukaʿʿabi 151.12
  2. πολλαπλάσιος
The database query could not be executed.