Lookup cumulative lexical entry: انسدّ

  1. ἀπολαμβάνω
    • ἀπολαμβάνω (verb) Hippocr. Genit.; Nat. puer. ἀπολέλαπται
  2. συγκλείω
    • συγκλείω (verb) Hippocr. Aer. ξυγκλείεται
The database query could not be executed.