Lookup cumulative lexical entry: تصغير

  1. μειόω
    • μειόω (verb) Arist. Rhet. τὸ μειοῦν
    • μειόω (verb) Arist. Rhet.
    • μειόω (verb) Arist. Rhet. τὸ μειοῦν
  2. ταπεινόω
    • ταπεινόω (verb) Arist. Rhet. τὸ ταπεινῶσαι
  3. ὑποκορίζομαι
    • ὑποκορίζομαι (verb) Arist. Rhet. τὸ ὑποκορίζεσθαι
  4. ὑποκορισμός
    • ὑποκορισμός (noun) Arist. Rhet.
The database query could not be executed.