Lookup cumulative lexical entry: خدع

  1. ἀπατάω
    • ἀπατάω (verb) Artem. Onirocr.
  2. ἀπάτη
    • ἀπάτη (noun) Arist. Rhet.
  3. ἐξαπατάω
    • ἐξαπατάω (verb) Artem. Onirocr. bi-ḫadīʿatin yaḫdaʿuhu bihā
    • ἐξαπατάω (verb) Artem. Onirocr.
    • ἐξαπατάω (verb) Artem. Onirocr.
    • ἐξαπατάω (verb) Artem. Onirocr.
  4. λανθάνω
    • λανθάνω (verb) Artem. Onirocr.
    • λανθάνω (verb) Artem. Onirocr.
  5. παραλογιστικός
    • παραλογιστικός (adj.) Arist. Rhet. hend.; yaḫdaʿu wa-yuġliṭu
The database query could not be executed.