Lookup cumulative lexical entry: صدم

  1. ἀντιπίπτω
    • ἀντιπίπτω (verb) Ps.-Plut. Placita ἀντιπίπτω c. dat. = ṣadama c. acc.
  2. ἐκκρούω
    • ἐκκρούω (verb) Arist. Phys. ἂν ὑπὸ μηδενὸς ἐκκρούηται = mā lam yaṣdimhu
    • ἐκκρούω (verb) Arist. Rhet.
  3. πλήττω
    • πλήττω (verb) Arist. Phys.
    • πλήττω (verb) Ps.-Plut. Placita πλήττομαι
    • πλήττω (verb) Ps.-Plut. Placita πλήττομαι
  4. προσπίπτω
    • προσπίπτω (verb) Ps.-Plut. Placita
  5. τύπτω
    • τύπτω (verb) Ps.-Plut. Placita τύπτομαι
  6. ὑποτύπτω
    • ὑποτύπτω (verb) Ps.-Plut. Placita ὑποτύπτομαι = ṣafqun wa-ṣadmun
The database query could not be executed.